Σάββατο, 8 Νοεμβρίου 2014

Ένοχες σπίθες...

Μια φορά και έναν καιρό, ήταν ένα σπίτι. Ένα σπίτι ισόγειο. Είχε μια μεγάλη αυλή. Μια αυλή με γρασίδι καταπράσινο. Γρασίδι που σου ερχόταν να ξαπλώσεις πάνω του και να μη θέλεις να σηκωθείς. Καλοποτισμένο. Είχε και ένα φράχτη ξύλινο γύρω γύρω. Κοντό και τα δοκάρια αραιωμένα μεταξύ τους. Να μπορεί όποιος είναι απ' έξω να δει μέχρι εκεί που φτάνει το μάτι του ! Η σκεπή ήταν κόκκινη, σαν ώριμη φράουλα. Τα κεραμίδια ήρεμα συντάσσονταν σε σειρά. Συμπλήρωναν το ένα το άλλο σαν ντόμινο που ο αέρας έσπρωξε. Η καμινάδα, κοντούλα, έκανε δειλά δειλά την εμφάνισή της στο κέντρο της. Ξυλο κυριαρχούσε στα τοιχώματα του. Ξύλο φωτεινό και ροζιασμένο. Ξύλο γερό, σε γέμιζε ασφάλεια η ματιά του. Και η πόρτα. Αρχοντική. Σκαλιστή. Με περίτεχνες πινελιές ενός ξυλουργού με μεράκι. Ντρεπόσουν να τη χτυπήσεις, η αλήθεια είναι. Ήταν σαν καινούρια, παρόλο που το σπίτι σου μαρτυρούσε το αντίθετο. Πλάι της, ένα πουλί μικρό, μέσα σε ένα κρεμασμένο κλουβί μεγάλο, να πεταρίζει τα φτερά του με μια δύναμη, σα να ήταν ελεύθερο και πετούσε προς τον ήλιο.

Ήρθε μια μέρα, που κάποιος προσπάθησε να μάθει τι υπάρχει μέσα σ' αυτό το σπίτι. Η απορία δημιουργήθηκε όταν η καμινάδα έβγαζε μαύρο καπνό. Έξω όμως είχε πολλή ζέστη και λιακάδα. Δε φαινόταν σωστό. Πλησίασαν, λοιπόν, την πόρτα και δειλά δειλά την έσπρωξαν. Η ησυχία δεν ήταν ωραία αίσθηση... Ανοίγοντας την πόρτα σου δινόταν η εντύπωση πως δεν έμενε κανένας μέσα. Τα δωμάτια ήταν άδεια. Ούτε έπιπλα, ούτε πράγματα. Άδειο. Οι τοίχοι είχαν σταχτί χρώμα. Το σταχτί του καμμένου. Θαρρείς και είχε πιάσει φωτιά το μέρος. Μια φωτιά που είχε κάψει τα πάντα. Στάχτη... Πίσω από τους μαυρισμένους τοίχους αχνοφαίνονταν λέξεις. Λέξεις και εκφράσεις. Χαραγμένες τόσο βαθιά που θα έφευγαν μόνο αν έπεφταν οι τοίχοι. Η στάχτη είχε καθίσει μέσα σε κάθε γράμμα... Φράσεις σκληρες... Φράσεις άσχημες... Φράσεις που, όχι μόνο δεν πρέπει να τις θυμάσαι, αλλά να τις ξεχνάς επί τόπου. Με την άκρη του ματιού σου έπιανες ένα χρώμα. Όχι το άσπρο, μείτε το μαύρο, ούτε καν το γκρί. Ήταν ένα αχνό μπλε με πορτοκαλί. Ήταν κάτι τελευταίες σπίθες στο τζάκι. Σπίθες που πάλευαν να σβήσουν. Σπίθες που δεν ήθελαν πλέον να καίνε μόνες... Σπίθες που δε ζέσταιναν στο κρύο... Σπίθες που ένιωθαν ενοχή μπροστά στις τόσες στάχτες... 
Ώσπου έσβησαν και αυτές...